ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΤΙΚΑ

Είναι ποώδες φυτό που μοιάζει στην όψη με τον άνηθο και φυτρώνει από αρχαιοτάτων χρόνων στη Μέση Ανατολή μέχρι την Περσία. Καλλιεργείται μόνο για τους σπόρους του, οι οποίοι ξεραίνονται και χρησιμοποιούνται για να δώσουν γεύση και άρωμα σε αναρίθμητα φαγητά.

ΙΣΤΟΡΙΑ

Στην Αγία Γραφή αναφέρεται πως χρησιμοποιούσαν το κύμινο σε σούπες και ψωμιά. Στην Αρχαία Αίγυπτο το χρησιμοποιούσαν ως μπαχαρικό αλλά και ως υλικό για ταρίχευση. Οι αρχαίοι Έλληνες, εκτός των άλλων, το χρησιμοποιούσαν πολύ στα ψάρια, ενώ οι Ρωμαίοι σε σάλτσες και παστά κρέατα. Κατά τον Μεσαίωνα ήταν ακόμα πολύ διαδεδομένο. Το όνομά του προέρχεται από σημιτική ρίζα, κοινή στις αραβικές γλώσσες και η αρχαιότερη γραπτή αναφορά του στην ελληνική γλώσσα είναι στη μυκηναϊκή γραμμική Β γραφή. Οι Ισπανοί το μετέφεραν στην Αμερική, όπου και άρχισε να καλλιεργείται.

ΧΡΗΣΗ

Στις μέρες μας στην Ευρώπη δεν το συναντάμε τόσο συχνά, όμως το βρίσκουμε περισσότερο να χρησιμοποιείται σε ψωμιά στην ανατολική Ευρώπη. Στις κουζίνες της ανατολικής Μεσογείου, της Βόρειας Αφρικής και στην Ασία μέχρι την Ινδία, είναι ένα από τα βασικά μπαχαρικά. Ειδικά η Ινδία παράγει και καταναλώνει το μεγαλύτερο μέρος της παγκόσμιας παραγωγής κύμινου. Επίσης είναι πολύ δημοφιλές στη Λατινική Αμερική, όπου το χρησιμοποιούν σε πολλά φαγητά με τσίλι.

Αποτελεί ένα από τα βασικά συστατικά του κάρυ και του γκάραμ μασάλα (garam masala).